Read File
  • Drakotrypa.gr
    Drakotrypa.gr

Τελευταία νέα

Τα κάλαντα

Από το βιβλίο της Ελευθερίας Δροσάκη "Πού πας χωρίς σακάκι;" που βασίζεται σε αφηγήσεις του Ηλία Παππά (εκδ.Εντός, 2002)

kalanta2Το χειμώνα στις διακοπές των Χριστουγέννων πηγαίναμε και λέγαμε τα κάλαντα. Όταν είμασταν στο χωριό σηκωνόμασταν τη νύχτα την ώρα που λαλούσε ο πρώτος κόκορας γινόμασταν παρέες παρέες και τρέχαμε μες στο κρύο και στο σκοτάδι. Σχεδόν πάντα χιόνιζε και οι μεγάλοι προσπαθούσαν με ένα σωρό υποσχέσεις να μας εμποδίσουν. Αλλά εμείς πού ν' ακούσουμε. Κρεμούσαμε μια καραβάνα από τρία σύρματα, βάζαμε μέσα κάρβουνα αναμμένα απ' το τζάκι και την κρατούσαμε όπως κρατάει το λιβανιστήρι του ο παπάς και ζεσταινόμασταν. Τα γυρίζαμε και γύραγύρα να μη σβύνουν και πηγαίναμε από πόρτα σε πόρτα και τα λέγαμε. Μαζί με το μπαξίσι ζητούσαμε και κανα δυό κάρβουνα γιατί χώνευαν στο μεταξύ. Μόλις χάραζε έπρεπε να γυρίσουμε στα σπίτια μας. Το φως της μέρας δεν έπρεπε να μας δει. Η πιο μεγάλη μας όμως διασκέδαση ήταν τα Φώτα που βγαίναμε ζωσμένοι με κουδούνια και κάναμε μεγάλο σαματά καθώς τρέχαμε και πηδούσαμε για να χτυπούν πιο δυνατά. Μέρες πριν τα ετοιμάζαμε και τα συνδυάζαμε για να ηχούν ωραία. Εκείνο το βράδυ εκτός απ' τα γνωστά κάλαντα «Σήμερα τα Φώτα κι οι φωτισμοί» που τα τραγουδούσαμε σε κάθε σπίτι, λέγαμε ευχές και παινέματα για τον καθένα χωριστά.

Παλικαρίτσι μ' όμορφο με το στριφτό μουστάκι
Εσένα πρέπουν τ' άρματα, εσένα τα τσαπράζια
και ένα άλογο καλό να περπατάς καβάλα
Να περπατάς να χαίρεσαι, πεζεύεις καμαρώνεις.

Αυτά τα τραγουδάγαμε στο νέο της παντρειάς. Κι αν ήταν κόρη λέγαμε:

Εδώ μαντήλια κρέμονται, εδώ μαντήλια σειώνται
Εδώ 'χουν κόρ' για παντρειά και θελ'ν να την παντρέψουν
Την δίνουνε το βασιλιά, την τάζουνε το ρήγα
Δε θέλω εγώ το βασιλιά δε θέλω εγώ το ρήγα
Μον' θέλω το κλεφτόιπουλο με το στριφτό μουστάκι.

Αφέντη μου στην τάβλα σου χρυσή καντήλα φέγγει ...

Τραγουδάγαμε στο νοικοκύρη του σπιτιού. Και στη νοικοκυρά:

Κυρά μου όντας στολίζοσαν να πας στην εκκλησιά σου
Βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος
Και τον καθάριο αυγερινό κουμπιά στη φορεσιά σου.

Λέγαμε κι άλλα πολλά. Για τον τσέλιγκα, για τον ξενιτεμένο, για το νεογέννητο, για τα ζώα, για τα μαντριά... Κι ένα σωρό ακόμα που τώρα πια δεν τα θυμάμαι. Δεν ρωτάγαμε ποτέ αν ήθελαν να τα πούμε. Τα λέγαμε ήθελαν δεν ήθελαν. Κι αν μετά δεν έβγαιναν να μας δώσουν μπαξίσι τους ξεχρονιάζαμε παίρνοντας πίσω τις ευχές μας και τα παινέματα και τους περιγελούσαμε με τραγούδια κοροϊδευτικά. Κι εκεί που λέγαμε:

Αφέντη μου στην τάβλα σου χρυσή καντήλα φέγγει...
ή
ν' ασπρίσεις σαν τον Όλυμπο σαν τ' άσπρο περιστέρι...

κι ένα σωρό άλλες ευχές το γυρίζαμε και λέγαμε:

Αφέντη μου στην τάβλα σου, γεμάτη καλιακούδια
Τα μ’σά γιννάν, τα μ’σά κλουσσάν, τα μ’σά σι βγαν τα μάτια
Κι τ' άλλα τα μικρότερα σι κουτσιλάν τα μ’στάκια...
ή
Αφέντη μου στην κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες

Όσο για τη νοικοκυρά, τα ξεχρονιάσματα ήταν πολύ πιο τσουχτερά, τη λέγαμε ψηλή, τη λέγαμε λιγνή γιατί αυτές ήταν οι άσχημες εκείνης της εποχής.

Κυρά ψηλή κυρά λιγνή κυρά σκαφιδομούνα
Με τό 'να χέρι ζύμωνες, με τ' άλλ’ έξυες τον κώλο
Την άλλη μέρα μιλούσε όλο το χωριό γι' αυτούς που τους ξιχρόνιασαν τα πιδιά.

kalanta1Στην Καρδίτσα όμως οι συνήθειες ήταν αλλοιώτικες. Τα κάλαντα τα έλεγαν τη μέρα όπως τώρα. Τι να κάνουμε κι εμείς ακολουθήσαμε την εξέλιξη. Έτσι μια παραμονή Πρωτοχρονιάς βγήκαμε με το φίλο μου το Βασίλη που είναι τώρα παπάς να τα πούμε. Πήγαμε σε σπίτια, πήγαμε σε μαγαζιά, πήγαμε και στην τράπεζα. Να τα πούμε; Πέστε τα. Κι αρχίζουμε με τη βουνίσια προφορά μας να λέμε: «Αρχιμουνιά κι αρχιχρουνιά ψηλή μου διντρουλιβανιά»... Οι υπάλληλοι ξεκαρδισμένοι στα γέλια, μας σταματούσαν ολοένα, μας έδιναν μπαξίσι και μας έλεγαν πέστε τα πάλι απ' την αρχή. Μας γύριζαν σε όλα τα γραφεία και μαζεύαμε λεφτά χωρίς να τα τραγουδάμε όλα. Όταν φεύγαμε μας είπαν να λέμε καλλίτερα Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά... γιατί όπως το λέγαμε εμείς ήταν λάθος και γι' αυτό γελούσαν όλοι. Αμέσως εμείς προσπαθήσαμε και το μάθαμε σωστά, όπως μας το είπαν αυτοί και μόνο σαν μεγαλώσαμε καταλάβαμε ποιο ήταν το λάθος μας.

Την άλλη χρονιά μαζευτήκαμε μια μεγάλη παρέα απ' τις παράγκες και πήγαμε να τα πούμε όλοι μαζί. Με τα λεφτά που μαζέψαμε είπαμε να πάρουμε ένα λαστιχένιο τόπι να το 'χουμε να παίζουμε ποδόσφαιρο, γιατί μέχρι τότε παίζαμε με μπάλες από κουρέλια. Σε δυο-τρεις μέρες τσακωθήκαμε για τα γκολ. Τώρα τι θα γίνει με το τόπι; Ποιος απ' όλους θα το πάρει; Ο καυγάς συνεχίζονταν. Όμως κανείς δεν είχε λεφτά να το αγοράσει απ' τους άλλους κι έτσι οργισμένοι όπως είμασταν το κατακομματιάσαμε και πήρε ο καθένας το κομμάτι του. Μετά τσακωνόμασταν για το «φιλό» το χοντρό λάστιχο που είναι εσωτερικά και το λεν και «μάνα». Γιατί κι αυτό όταν το χτύπαγες κάτω πήδαγε σιαπάν'. Το κομματάκι το λάστιχο που πήραμε το είχαμε για πολύ καιρό μες στο σακούλι μας μαζί με το βιβλίο. Το τόπι αυτό ήταν το μοναδικό αληθινό παιχνίδι που πέρασε απ' τα χέρια μας.

Όταν είμασταν στο χωριό παίρναμε τη φούσκα απ' το γουρούνι που σφάζαμε τα Χριστούγεννα. Τη φουσκώναμε και την παίζαμε όπως την μπάλα, μέχρι που τρύπαγε. Έπρεπε όμως να περιμένεις τη σειρά σου, δυο και τρία χρόνια γιατί σε κάθε σπίτι το γουρούνι ήταν ένα και τα παιδιά πολλά. Γι αυτό πηγαίναμε στους συγγενείς που δεν είχαν αγόρια και τους ζητούσαμε να μας δώσουν τη φούσκα. Αυτοί υπόσχονταν σε όλους πως θα τους τη δώσουν του χρόνου. Κι εμείς περιμέναμε και ζούσαμε με την ελπίδα πως θ' αποχτούσαμε έστω και τον άλλο χρόνο μια ψεύτικη μπάλα.

DrosakiΗ Ελευθερία Δροσάκη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και εργάστηκε ως διακοσμήτρια κεραμικών και ειδών από πορσελάνη. Σπούδασε κεραμική στη Σχολή της ΧΕΝ, στην Ελβετία και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1955 λειτουργεί δικό της εργαστήριο και από το 1958 εκθεσιακό χώρο. Έργα της κοσμούν χώρους τέχνης και δημόσια κτίρια τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.  Έχει τιμηθεί κατ` επανάληψη με βραβεία και επαίνους του Υπουργείου Πολιτισμού καθώς και με τιμητική σύνταξη του ίδιου Υπουργείου. Έχει λάβει μέρος σε 40 Πανελλήνιες Καλλιτεχνικές Εκθέσεις Κεραμικής από το 1960 μέχρι σήμερα και σε πολλές άλλες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει κάνει επίσης ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής και έχει πάρει μέρος σε ομαδικές. Έχει γράψει τα βιβλία: "Εν Θεσσαλονίκη" (Οδυσσέας 1985, Εντός 2000), "Το μέγα συμβάν του δάσους-μαρτυρία ενός πιθήκου" (Εντός 2001), "Πού πας χωρίς σακάκι; - Από αφηγήσεις του Ηλία Παππά" (Εντός 2002).

Drosaki_vivlioΜέσα από τις αφηγήσεις του Ηλία Παππά, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Καταφύγι Καρδίτσας, η Ελευθερία Δροσάκη ξετυλίγει τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου για τα μικρά παιδιά που κατάγονταν από ορεινά χωριά. Χωρίς παιχνίδια, με λιγοστά μέσα, ακόμα και λειψό φαγητό, κατάφεραν να επιβιώσουν. Ο πόλεμος σημάδεψε τις παιδικές ψυχές, που μεγάλωσαν χωρίς όνειρα και μπήκαν νωρίς στον κόσμο των "μεγάλων". Πούλαγαν ξύλα, λουκούμια, έκαναν ακόμα και τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα "δουλειά".
Νεαροί ακόμα -μιλάμε μόνο για τα αγόρια γιατί τα κορίτσια ήσαν σχεδόν "καταδικασμένα"- τα αγροτόπαιδα δούλεψαν στο φράγμα, υπηρέτησαν τη Μαμά-Πατρίδα σε θολές πολιτικές καταστάσεις, πίστεψαν στα ρουσφέτια των πολιτικών, για να οδηγηθούν τελικά μετανάστες…






Στη σύνδεση τούτη 
http://tinyurl.com/paradosiakakalanta μπορείτε να ακούσετε παραδοσιακά και άλλα κάλαντα.



Τα κάλαντα

Για να σχολιάσετε το άρθρο θα πρέπει να είστε συνδεδεμένοι

Facebook Page

pantos_egainia_2

Αναζήτηση

Σύνδεση







Login reminder Forgot login?

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookie από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie. Για να μάθετε περισσότερα για το τι είναι τα cookies και πως χρησιμοποιούνται δείτε εδώ: Πολιτική Απορρήτου.

Να δέχομαι cookies από αυτή τη σελίδα.

EU Cookie Directive Module Information