Read File
  • Drakotrypa.gr
    Drakotrypa.gr
Αρχική Τα νέα μας Πολιτιστικά Σπαθί μέσα στον τοίχο

Σπαθί μέσα στον τοίχο

Ntepo10Πέρυσι, τέτοιον καιρό, κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη μια συλλογή 27 διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη με τον τίτλο “Ντεπό”, που απέσπασε εξαιρετικές κριτικές από τους ειδικούς της λογοτεχνίας.

Ένα από τα διηγήματα του βιβλίου έχει τον τίτλο “Σπαθί μέσα στον τοίχο” και αναφέρεται στην ιστορία ενός σπαθιού που κατασκευάστηκε στα εργαστήρια της Σκλάταινας (Δρακότρυπας). Το σπαθί αυτό χρησιμοποιήθηκε στον Μακεδονικό Αγώνα και στους Βαλκανικούς Πολέμους, θάφτηκε στον τοίχο ενός σπιτιού στην Καβάλα, βγήκε στην επιφάνεια από Τούρκους θησαυροκυνηγούς, ταξίδεψε ως το Τελωνείο των Κήπων, επέστρεψε στους δικαιούχους και ...εγκαταστάθηκε στην φαντασία και στην έμπνευση του συγγραφέα για να απολαύσουμε την ανάγνωσή του!

Αφού ευχαριστήσουμε θερμά τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη που επέλεξε ένα "δικό" μας σπαθί και μας παραχώρησε και της άδεια δημοσίευσης του διηγήματος, αλλά και προσωπικώς για την ...ανάθεση καθηκόντων ως ειδικού επί παλαιών νομισμάτων, όπλων κλπ (!), να προσθέσουμε, ότι το "Ντεπό" επιλέχτηκε από τους αναγνώστες των βιβλιοπωλείων Public ως υποψήφιο για το Βραβείο Βιβλίου 2018 και βρίσκεται στην τελική ευθεία αναμένοντας και την δική μας επιλογή, πατώντας ΕΔΩ  

 


Σπαθί μέσα στον τοίχο

ΒΛΕΠΩ ΤΗ ΘΗΚΗ ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ πάνω στον δεξιό πάγκο του χαγιατιού: ασημένια στις δυο άκρες, με περίτεχνα, σκαλιστά σχέδια και ενδιάμεσα μαύρο πετσί. Την περιεργάζομαι για λίγο θαυμαστικά. Μετά βγαίνω στην αυλή -βλέπω τη θεια μου την Ιουλία να έχει σηκώσει το σπαθί με το δεξί και να 'ναι έτοιμη να το κατεβά­σει στον λαιμό του μαύρου κόκορα που τον έχει κρατημένο, ξαπλωτό, με το άλλο χέρι, πάνω στο κούτσουρο.

Προηγουμένως, με το που μπήκα στο σπίτι των παππούδων, παρατηρώ ξαναχτισμένο τον δεξιό εξωτερικό τοίχο - έχω να ’ρθω καιρό εδώ και μου έκανε εντύπωση. Περνώ στο σαλονάκι και μετά τις αγκαλιές και τα γλυκά, μου λέει η γιαγιά μου, που έχει ξεπεράσει τα ενενήντα, ότι μπήκαν κλέ­φτες, ενόσω έλειπε κι αυτή και η θεια μου στην Καβάλα, και γκρέμισαν τον τοίχο, οπότε αναγκάστηκαν να φέρουν μαστόρια και να τον ξαναχτί­σουν για να κάνουνε τις προγραμματισμένες, θερι­νές διακοπές τους στο χωριό.

«Και πώς έγινε, τι βρήκατε όταν ήρθατε;»

Η γιαγιά ξεκίνησε την ιστορία απ" τα παλιά.

«Ο προπάππος σου», μου λέει, «όπως ξέρεις ήταν Καστοριανός. Πολέμησε στον Μακεδονικό Αγώνα του 1904-1908 και σε μια μάχη είχε πάρει λάφυρο από κάποιον Βούλγαρο αξιωματικό ένα σπαθί. Πολύ όμορφο σπαθί, που αργότερα μ' αυ­τό έλαβε μέρος και στη φονική μάχη των Γιαννι­τσών, το 1912, εναντίον των Τούρκων. Το κρατού­σε και το συντηρούσε πάντα σαν κάτι ιερό αυτό το ξίφος. Κειμήλιο δόξας. Στον Εμφύλιο, είχαμε έρ­θει εδώ, σε αυτό το παλιό, τούρκικο σπίτι που άδειασε με την ανταλλαγή του 22. Ο γιος του προ­πάππου, δηλαδή ο παππούς σου και άντρας μου (Θεός σχωρέσ' τους και τους δυο), επειδή οι αρι­στεροί κυνηγούσαν τις οικογένειες των Μακεδονο­μάχων (τους έλεγαν κοροϊδευτικά "Παυλομελάδες") έσκαψε τον τοίχο και έθαψε, τσιμεντάρισε εκεί το σπαθί, μαζί με τη θήκη του, τυλιγμένο και ραμμένο μέσα σε διπλό γουρουνόδερμα, κι όλα μα­ζί μέσα σε λαμαρίνα, για να μην το βρούνε και έχουμε περιπέτειες. Κι έμεινε εκεί μέσα ξεχασμέ­νο, αλλά και προστατευμένο από διάφορους, παι­διά κι εγγόνια, που δεν θα 'χανε και σε τίποτα να το πουλήσουν όσο όσο. Μόνο η μάνα σου το ξέρει το μυστικό και θα σ' το έλεγε, έπειτα από χρόνια, όταν θα ήσουνα αρκετά ώριμος.

»Πέρσι, το 2011, ήρθε καλοκαιριάτικα στο χω­ριό ένα πούλμαν με Τούρκους επισκέπτες. Και ζή­τησαν να δούνε τα παλιά τούρκικα σπίτια, των παπ­πούδων τους - ε, τους φιλοξενήσαμε όλοι, τους πε­ριποιηθήκαμε, κουβεντιάσαμε μια χαρά και μετά φύγανε.

»Δυο απ' αυτούς ξαναήρθανε νύχτα, πριν έναν μήνα, κρυφά, εποχή που το χωριό είναι σχεδόν έρη­μο από παραθεριστές, και ψάχνοντας με βάση έναν παμπάλαιο, χειρόγραφο χάρτη, που είχε σημειω­μένο ένα "Χ”, μπήκαν σ' αυτό το σπίτι ελπίζοντας να βρούνε θησαυρό, χρυσές λίρες, που είχε θάψει εδώ μέσα κάποιος προγονός τους, όπως πίστευαν. Και με έναν ανιχνευτή μετάλλων άρχισαν να ψά­χνουν. Το μηχάνημα δεν χτυπούσε πουθενά, παρά σ" αυτόν τον τοίχο, που είχε μέσα το κρυμμένο σπαθί. Και τον γκρέμισαν σιγά σιγά, όλη τη νύχτα - λίρες δεν βρήκανε, αλλά βγήκε το κειμήλιο. Το πήρανε και ξεκίνησαν να γυρίσουν με το αυτοκί­νητο στην Τουρκία. Στους Κήπους, που τους έγι­νε έλεγχος, τους πιάσανε γιατί κουβαλούσανε και μια μικρή ποσότητα χασίς. Βρήκανε και το σπαθί στο πορτ μπαγκάζ και στις ανακρίσεις αυτοί ομο­λόγησαν τι ακριβώς είχε συμβεί. Το ξίφος το κα­τάσχεσαν οι Αρχές και μας το γύρισαν πίσω - πή­γε, δηλαδή, η θεια σου και το πήρε απ' την Αλε­ξανδρούπολη. Στο μεταξύ, δεν βρήκανε λίρες, εί­τε γιατί δεν υπήρχαν ποτέ, είτε γιατί ο χάρτης δεν αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα - αρκετά πα­λιά τούρκικα σπίτια είχαν γκρεμιστεί και φτιαχτεί άλλα, ύστερα από τόσα χρόνια. Κι έχει αλλάξει εντελώς η σειρά και ο δρόμος».

Βλέπω τώρα τη θεια μου έξω, μια δυνατή, πραγ­ματική αντρογυναίκα, στη μικρή αυλή, να κατε­βάζει το σπαθί αποφασιστικά στον λαιμό του κό­κορα. Ακούγεται ένα γκαπ και το κεφάλι αποχω­ρίζεται, η γυναίκα αφήνει το ζώο που πέφτει στο χώμα κι αρχίζει να περπατάει ζαβά, ακέφαλο, τι­νάζοντας αίμα, και πάει και πέφτει παραπέρα σπαρταρώντας, ενώ το κεφάλι είναι κάτω - ανοι­γοκλείνει το ράμφος με απορία, υγιέστατο, με μά­τια καθαρά, ζωντανά, ορθάνοιχτα.

Βλέποντας με η θεια μου η Ιουλία, με αγκαλιά­ζει και λέει:

«Καλώς τον. Δεν μπορούσα να βρω το τσεκού­ρι, μάλλον το κλέψανε κι αυτό» - και πάει και αφή­νει το σπαθί μέσα, πάνω στον πάγκο, δίπλα στη θήκη.

Μπαίνω κι εγώ, παίρνω το ξίφος και το περι­εργάζομαι - είναι μια σπάθα με ελαφρώς κυρτή λεπίδα, αμφίστομη, εκατόν είκοσι πόντους περί­που, σε άριστη κατάσταση, με επάργυρη, ανάγλυ­φη λαβή και ατσαλένιο, καμπύλο προστατευτικό χειρός, πάνω στο οποίο είναι σκαλιστά, κυριλλικά γράμματα κι ένας σταυρός. Είναι σπαθί ώσης και τεμαχισμού, μάχης, αλλά είναι και όπλο κύρους, αίγλης, δηλαδή ξίφος αξιωματικού - βγάζω ένα μαντίλι και το σκουπίζω προσεκτικά, επίμονα απ' τα αίματα του κόκορα, το γυαλίζω επιμελώς.

spathi3Την επομένη παίρνω το σπαθί -με την άδεια της γιαγιάς- και το πάω να το εξετάσει ο φίλος μου Γιώργος Γούσιας, ειδικός παλαιών νομισμάτων, αντικειμένων και όπλων, στη Θεσσαλονίκη, σ' ένα μαγαζάκι μέσα στη Στοά Χρυσικοπούλου. Ο Γού­σιας μελέτησε το μέταλλο και τη λαβή προσεκτι­κά, επί πολλή ώρα, άγγιξε τις κόψεις και την αιχ­μή, είδε τα δεσίματα με ειδικούς φακούς και δοκί­μασε την ευλυγισία του. Ύστερα μου λέει θαυμα­στικά:


«Είναι από τα τελευταία που φτιάχτηκαν στο χωριό Δρακότρυπα (πρώην Σκλάταινα) Καρδίτσας, τέλη του 1900. Δούλευε εκεί ένα μικρό, παραδοσια­κό εργοστάσιο -ας το πούμε- σφυρήλατων, χειρο­ποίητων σπαθιών, σε μια σπηλιά, από τον 15ο αιώ­να. Σ' αυτό εργαζότανε ως σπαθοποιός και σφυροκόπος κι ο πατέρας του αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω – “Εχάλκεβεν σπαθίας και άλλαις χρείαις", λέει στη βιογραφία του. Το πιο ξεχωριστό είναι το εξής: Επειδή δεν είχαν νερό ή κάποια άλλη μέθο­δο ψύξης, μετά τη σφυρηλάτηση κι ενώ η λεπίδα ήταν ακόμα σχεδόν πυρακτωμένη, έδιναν το σπα­θί σε έναν ιππέα, με πολύ γρήγορο άλογο, κι αυ­τός κρατώντας το ορθό στο δεξί χέρι κάλπαζε ολο­ταχώς επί μια ώρα στη θεσσαλική πεδιάδα, κόντρα στον άνεμο, μέχρι το μέταλλο να ψυχθεί εντελώς. Αλλά και για έναν άλλο λόγο: Μ' αυτόν τον τρόπο της αργής ψύξης γινόταν το σπαθί πιο ευλύγιστο, άντεχε, έσπαζε πολύ πιο δύσκολα».

Σώπασε και μετά άφησε ο Γούσιας το όπλο για λίγο δίπλα του, πάνω σε μια προθήκη, κοιτώντας το με κάποιο φόβο και κουνώντας σκεφτικά το κε­φάλι.

Το παίρνω πάλι εγώ στα χέρια μου και το πε­ριεργάζομαι, πια με άλλη ματιά και άλλο αίσθη­μα. Νομίζω ότι ακούω μέσα μου το σφύριγμα της λεπίδας του ενώ σκίζει, ορθή, περήφανη, τον θεσ­σαλικό άνεμο, στο χέρι του καβαλάρη. Λυγίζω τα γόνατα και το κρατώ από τη λαβή, προτεταμένο, κάπως θεατρικά, σε στάση ξιφομαχίας, κραυγά­ζοντας όπως μας έμαθαν στον στρατό με την ξι­φολόγχη: «Ντο!» Νιώθω το όπλο βαρύ, σχεδόν ασήκωτο - το χέρι μου είναι αδύναμο, αγύμναστο και δεν μπορεί να το χειριστεί. Καταλαβαίνω πό­σο γερό μπράτσο, ώμο και παλάμη θέλει για να κουσουμάρεις τέτοιο ξίφος, πόσο μαθημένα, ισχυρά πόδια, που να πατούν δυνατά, σταθερά. Μέση ευλύγιστη. Και βέβαια πίστη, ψυχή και κράση. Το χέρι μου κουράζεται γρήγορα, βαραίνει, κι αφήνω πάλι το σπαθί, το αποθέτω πλάγια, ευλαβικά, νιώ­θοντας δέος, πάνω στην προθήκη.

Ο Γούσιας με κοιτάζει λοξά και ειρωνικά, κα­ταλαβαίνοντας την αδυναμία μου.

Εγώ θυμάμαι και μονολογώ, παίρνοντας πόζα και κάπως μεγαλόστομα, τον πρώτο στίχο από τον πρώτο εθνικό μας ύμνο που έλεγαν οι Έλληνες μες στην Τουρκοκρατία, πριν από εκείνον του Σολω­μού, που ακολούθησε:

«Ω, λυγερόν και κοπτερόν σπαθί μου ...».

Ο Γούσιας χωρίς να στραφεί, λέει χαμογελώντας:

«Ασ' το. Ξέχασ' το καλύτερα».

Σπαθί μέσα στον τοίχο


Για να σχολιάσετε το άρθρο θα πρέπει να είστε συνδεδεμένοι

Τα νέα μας - Πολιτιστικά

Facebook Page

pantos_egainia_2

Αναζήτηση

Σύνδεση







Login reminder Forgot login?

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookie από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie. Για να μάθετε περισσότερα για το τι είναι τα cookies και πως χρησιμοποιούνται δείτε εδώ: Πολιτική Απορρήτου.

Να δέχομαι cookies από αυτή τη σελίδα.

EU Cookie Directive Module Information